βελτίων


βελτίων
βελτίων, ον, gen. ονος лучше (особ. в нравств. отношении); (ср. ἄμείνων, κρείττων) superl. βέλτιστος, η, ον наилучший

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "βελτίων" в других словарях:

  • βελτίων — ον βελτίων, ον (AM) (συγκρ. του αγαθός*) καλύτερος, προτιμότερος. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. βέλτερος] …   Dictionary of Greek

  • βελτίων — βελτί̱ων , βελτίων better masc/fem nom comp sg βελτιόω improue imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) βελτιόω improue imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βελτιῶν — βελτιόω improue pres part act masc voc sg (doric aeolic) βελτιόω improue pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) βελτιόω improue pres part act masc nom sg βελτιόω improue pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέλτερος — βέλτερος, α, ον (ποιητ.) (Α) συγκρ. του αγαθός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Του επίθ. αγαθός* υπάρχουν δύο διακεκριμένοι μορφολογικά τύποι συγκριτικού βαθμού (βελτίων και βέλτερος) καθώς και υπερθετικού (βέλτιστος και βέλτατος) που προσπάθησαν να τους συνδέσουν… …   Dictionary of Greek

  • βελτίον' — βελτί̱ονα , βελτίων better neut nom/voc/acc comp pl βελτί̱ονα , βελτίων better masc/fem acc comp sg βελτί̱ονι , βελτίων better dat comp sg βελτί̱ονε , βελτίων better nom/voc/acc comp dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βελτίω — βελτί̱ω , βελτίων better neut acc comp pl βελτί̱ω , βελτίων better neut nom comp pl βελτί̱ω , βελτίων better masc/fem acc comp sg βελτιόω improue pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) βελτιόω improue imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέλτιος — βέλτιος, α, ον (Μ) βελτίων. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του βελτίων] …   Dictionary of Greek

  • βελτιοδοξία — η φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κόσμος γίνεται ή μπορεί να γίνει καλύτερος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βελτίων + δοξία < δοξος < δόξα. Απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. meliorism < λατ. melior «βελτίων»)] …   Dictionary of Greek

  • βελτίονα — βελτί̱ονα , βελτίων better neut nom/voc/acc comp pl βελτί̱ονα , βελτίων better masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βελτίους — βελτί̱ους , βελτίων better masc/fem nom/acc comp pl βελτί̱ους , βελτίων better masc/fem acc pl βελτιόω improue imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέλτιον — βέλτῑον , βελτίων better masc/fem voc comp sg βέλτῑον , βελτίων better neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)